Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021

Ο Μπισκοτάνθρωπος - The Gingerbread Man





Μια από τις πιο χαρακτηριστικές εορταστικές εικόνες των Χριστουγέννων είναι αυτή του «Μπισκοτάνθρωπου» (Gingerbread man).

Η ανθρώπινη φιγούρα που μοιάζει με μικρού αγοριού παίρνει πολλές μορφές και μπορεί να γίνει μπισκότο, ζωγραφιά, στολίδι, παιχνίδι ή ακόμη και ολόκληρη τούρτα από μπισκοτάκια και ανθρωπάκια κατά την περίοδο των Χριστουγέννων.





Το όνομα Gingerbread man το οφείλει στο αρωματικό τζίντζερ. Στη συνέχεια προστέθηκαν κανέλα, μπαχαρικά και μέλι, που του έδωσαν εορταστική υπόσταση. Ο Μπισκοτάνθρωπος μπορεί να παραμείνει χωρίς διακόσμηση, αλλά η συνηθισμένη του παρουσία είναι αυτή με διακόσμηση από χρωματιστό γλάσο για τις ανάλογες λεπτομέρειες (κασκόλ, κουμπιά, μανίκια, μπατζάκια).

Η ρίζα τζίντζερ καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά στην αρχαία Κίνα, όπου χρησιμοποιήθηκε συνήθως ως ιατρική θεραπεία. Από εκεί, εξαπλώθηκε στην Ευρώπη μέσω του Δρόμου του Μεταξιού. Κατά τον Μεσαίωνα προτιμήθηκε ως μπαχαρικό. Ο Ερρίκος VIII λέγεται ότι χρησιμοποίησε ένα παρασκεύασμα τζίντζερ με την ελπίδα να δημιουργήσει αντίσταση στην πανώλη. Ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούμε το τζίντζερ ως αποτελεσματική θεραπεία για τη ναυτία και άλλες παθήσεις του στομάχου. 






Η ζύμη με τζίντζερ για την παρασκευή μπισκοτάνθρωπων εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 16ο αιώνα. Η Νυρεμβέργη, όπου τον 17ο αιώνα εξειδικευμένοι αρτοποιοί παρασκεύαζαν τα συγκεκριμένα μπισκότα σαν αληθινά έργα τέχνης, έγινε το κέντρο του gingerbread. Τα μπισκότα από τζίντζερ όμως διαδόθηκαν όταν ξεκίνησαν να παρουσιάζουν ήρωες από το παραμύθι «Χάνσελ και Γκρέτελ» των αδελφών Γκριμ, με το οποίο και έχουν συνδεθεί.


Ο Μπισκοτάνθρωπος εμφανίζεται και στην αυλή της βασίλισσας Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας, όταν η ίδια κατά τη διάρκεια μιας γιορτής διέταξε να παρασκευαστούν από ζύμη τζίντζερ τα ομοιώματα των αξιωματούχων της ή κάποιων επισκεπτών της που ήθελε να τιμήσει. 

Με τον καιρό μερικές τις γιορτές που τελούνταν στις διάφορες βασιλικές αυλές ανά την Ευρώπη έγιναν γνωστές ως Gingerbread Fairs και τα μπισκότα με μελόψωμο και τζίντζερ που σερβίρονταν γνωστά ως «fairings». Τα σχήματα της ζύμης άλλαζαν με την εποχή, συμπεριλαμβανομένων των λουλουδιών την άνοιξη και των πουλιών το φθινόπωρο ή εορταστικών σχημάτων τα Χριστούγεννα

Στην πορεία η παρασκευή του συνδέθηκε άμεσα με τις εορτές των Χριστουγέννων, όπου και καθιερώθηκαν.  






Στην Ελλάδα ο Μπισκοτάνθρωπος δε συνηθίζεται, καθώς επικρατούν τα παραδοσιακά γλυκίσματα των Χριστουγέννων με βάση την ελληνική παράδοση, μελομακάρονα, κουραμπιέδες και δίπλες, αν και τελευταία χρόνια βλέπουμε όλο και πιο συχνά χριστουγεννιατικες φιγούρες από τζίντζερ. 






Το παραμύθι του Gingerbread Man

Υπάρχει ένα παραμύθι για τον Μπισκοτάνθρωπο που είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στη Γερμανία, την Αγγλία και τις ΗΠΑ. Η ιστορία περιγράφει τις περιπέτειες ενός ζωντανού μπισκότου-αγοριού, που το έφτιαξε μια γιαγιά σε ένα χωριό.







"Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που δεν είχε παιδιά. Μια μέρα, η γυναίκα αποφάσισε να φτιάξει ένα μπισκότο σε σχήμα μικρού παιδιού. Μόλις το μπισκότο ψήθηκε και το στόλισε και τότε εκείνο μαγικά, σαν να ξύπνησε από λήθαργο, άρχισε να τρέχει και πηδώντας από το παράθυρο φώναξε «Μη με τρως».

Το ηλικιωμένο ζευγάρι κυνήγησε το μπισκοτένιο αγόρι, αλλά δεν κατάφερε να το πιάσει. Στο δρόμο το μπισκοτανθρωπάκι συνάντησε ένα πεινασμένο γουρούνι που άρχισε κι αυτό να το κυνηγά και του έλεγε: «Σταμάτα να σε φάω». Το ανθρωπάκι ανέπτυξε ταχύτητα και του ξέφυγε.

Στη συνέχεια συνάντησε μια πεινασμένη αγελάδα και μετά ένα πεινασμένο άλογο. Και τα δύο ζώα του φώναζαν: «Σταμάτα! Θέλω να σε φάω».

Το μπισκοτοανθρωπάκι έτρεχε ακόμη πιο γρήγορα, ώσπου έφτασε μπροστά σε ένα ποτάμι. Κατάλαβε, τότε, ότι δεν μπορούσε να κολυμπήσει για να περάσει απέναντι, γιατί θα μούλιαζε και θα βυθιζόταν στο νερό.

Μια πονηρή αλεπού που ήθελε να το φάει προσποιούμενη την καλόψυχη και την ευγενική προσφέρθηκε να το βάλει στο κεφάλι της για να διασχίσουν μαζί το ποτάμι ώστε να μη βραχεί. Φτάνοντας στην απέναντι όχθη, η αλεπού πραγματοποίησε το σχέδιό της: Με ένα τίναγμα του κεφαλιού της έκανε το μπισκοτανθρωπάκι να πεταχτεί ψηλά και να καταλήξει στο στόμα της."




Τα παιδιά συνήθως δραματοποιούν τη συγκεκριμένη ιστορία με κάποιον να έχει το ρόλο του μπισκοτάνθρωπου και τους υπόλοιπους να προσπαθούν να τον πιάσουν. 

Μάλιστα το παιδί που παίζει τον Μπισκοτάνθρωπο τραγουδάει στα υπόλοιπα:

«Run, run as fast as you can!You can't catch me. I'm the Gingerbread Man!»


Οι παραλλαγές του Μπισκοτάνθρωπου




Kolobok ονομάζεται ο πρωταγωνιστής ενός σλαβικού παραμυθιού που αναφέρεται σε ένα μικρό κίτρινο σφαιρικό πλάσμα από ζύμη (κάτι σαν pancake).

Το παραμύθι είναι γνωστές στις σλαβικές περιοχές σε διάφορες παραλλαγές. Η υπόθεση της ιστορίας είναι παρόμοια με το αγγλικό παραμύθι 
«The Gingerbread Man».

Στη ρώσικη εκδοχή το παραμύθι ονομάζεται Kolob και είναι ένα ανθρωπάκι που δημιουργείται από ζυμάρι και γάλα, σαν παχύ κέικ. Το παραμύθι περιγράφει τις προσπάθειες του Kolob να ξεφύγει από διάφορα ζώα αφού δραπέτευσε από το σπίτι του παππού και της γιαγιάς όπου είχε ψηθεί. 

«Έφυγα από τη γιαγιά, έφυγα από τον παππού και σίγουρα θα μείνω μακριά από εσένα», τραγουδάει ο αφράτος Kolob, ώσπου τελικά τον τρώει η αλεπού.



Το παραμύθι στην τσεχική γλώσσα ονομάζεται O Koblížkovi, όπου ο Koblížek είναι ο κύριος χαρακτήρας. Το όνομά του προέρχεται από το Kobliha, το οποίο είναι είδος ντόνατς όπως και το πολωνικό γλυκό Pączki ή το Κροατικό, το Βοσνιακό και το Σέρβικο Krafne. Στη σλοβακική γλώσσα, η ιστορία ονομάζεται O Pampúchovi.


Στις γερμανικές περιοχές ένα παρόμοιο παραμύθι καταγράφηκε το 1854 από τους Carl και Theodor Colshorn. Στο βιβλίο «Märchen und Sagen aus Hannover» ( Παραμύθια και θρύλοι από το Ανόβερο) η γερμανική ιστορία «Dicke fette Pannekauken, blief stahn, eck will di fräten!»έχει παρόμοια υπόθεση με πρωταγωνιστή τον «Pannkauken» (τηγανίτα) ο οποίος θα συναντήσει πεινασμένα ορφανά παιδιά και έτσι αφήνει τον εαυτό του να καταναλωθεί.

Το όνομα της ιστορίας αργότερα συντομεύθηκε στο «De dicke fette Pannkoken» ή σε άλλες εκδοχές στο «Der dicke fette Pfannkuchen», το οποίο μπορεί να μεταφραστεί ως «The thick fat pancake» (Η παχιά τηγανίτα).


Στη Νορβηγία μια παρόμοια ιστορία καταγράφεται το 1840 από τον Peter Christen Asbjørnsen και δημοσιεύθηκε στο παραμύθι 
«Norske Folkeeventyr» ως η ιστορία του «Pannekaken». Σε αυτή την περίπτωση η μητέρα επτά παιδιών ψήνει τηγανίτες όταν ξαφνικά μια από αυτές ζωντανέψει και δραπετεύει από το σπίτι. Αφού η τηγανίτα συναντήσει αρκετά ζώα, ένας πονηρός χοίρος καταφέρνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της και να την φάει.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.